μετανοήσω

μετανοήσω
μετανοέω
perceive afterwards
aor subj act 1st sg
μετανοέω
perceive afterwards
fut ind act 1st sg
μετανοέω
perceive afterwards
aor subj act 1st sg
μετανοέω
perceive afterwards
fut ind act 1st sg
μετανοέω
perceive afterwards
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)
μετανοέω
perceive afterwards
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • μετανοώ — (ΑΜ μετανοῶ, έω) [νοώ] 1. αλλάζω γνώμη ή σκοπό («ηθέλησα τον πλάνον τον Έρωτα ν αφήσω, να κόψω τους δεσμούς του και να μετανοήσω», Χριστόπ.) 2. λυπάμαι για αμαρτίες που έκανα ή για καλές πράξεις που παρέλειψα να κάνω, μεταμελούμαι («μετανόησον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”